Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

ΚΟΣΜΑ ΠΟΛΙΤΗ «Τα τσερκένια».



"Τα τσερκένια"

Ενδεικτικές πληροφορίες για το συγγραφέα
-     
Ο Κοσμάς Πολίτης (ψευδώνυμο του Πάρη Ταβελούδη, Αθήνα 1888-1974) είναι πεζογράφος, από τους πιο αξιόλογους της Γενιάς τον 1930[1], και μεταφραστής. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά πολύ νωρίς η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και στο Αμερικανικό Κολέγιο. Εργάστηκε ως υπάλληλος σε τράπεζες της Σμύρνης και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε τράπεζες του εξωτερικού, ως το 1942. Από τότε επιβίωσε οικονομικά από τις μεταφράσεις λογοτεχνικών και άλλων έργων, ενώ παράλληλα αναμείχτηκε και στην πολιτική.
-      Έργα. Λεμονοδάσος (1930)* το πρώτο του μυθιστόρημα[2], που έκανε ζωηρή εντύπωση στους λογοτεχνικούς κύκλους — Εκάτη — Eroica (1938)* το αρτιότερο ίσως μυθιστόρημα του, που έχει χαρακτηριστεί ποίημα γραμμένο σε πεζό* με ήρωες παιδιά, παρουσιάζεται μια επιτυχημένη ψυχογραφική εικόνα της εφηβείας — Τρεις γυναίκες' νουβέλες - Το Γυρί — Η κορομηλιά' διηγήματα - Στου Χατζηφράγκου. Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας (1963)* θεωρείται το καλύτερο μυθιστόρημά του και σ' αυτό ζωντανεύει τη Σμύρνη του 1902.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ. Το κείμενο του σχολικού βιβλίου είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα Στου
Χατζηφράγκου. Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας (1963). Στο έργο αυτό περιγράφονται με νοσταλγική διάθεση η ζωή και οι περιπέτειες μιας παρέας παιδιών σε μια γειτονιά (στου Χατζηφράγκου) της Σμύρνης στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο χρόνος της ιστορίας είναι το 1902, όμως ο χρόνος της αφήγησης στο απόσπασμα είναι πολύ κατοπινός, επειδή το πρόσωπο που αφηγείται τα γεγονότα είναι ένα από τα παιδιά εκείνης της παρέας, που τώρα είναι γέροντας, πρόσφυγας στην Αθήνα.

ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
    Τα λαϊκά έθιμα στις αρχές του περασμένου αιώνα: το πέταγμα του χαρταετού.
    Η παιδική ηλικία, οι φίλοι και τα αυτοσχέδια παιχνίδια.
    Από την κατασκευή του «τσερκενιού» μέχρι το ανέβασμα «στα ουράνια»: τα στάδια τέλεσης του εθίμου.

Επιμέρους θέματα της παραγράφου
Κοντά λοιπόν στην εικόνα της πόλης που σηκώνεται ψηλά και αρμενίζει στα ουράνια δίνονται από τον αφηγητή σ' αυτό το τμήμα της αφήγησης του:
  • η μοναδικότητα του εθίμου του πετάγματος των αετών στη Σμύρνη.
  • το χρονικό διάστημα στο οποίο γινόταν το έθιμο
  • ο πάνδημος [S1] (παλλαϊκός) χαρακτήρας του εθίμου
  • το πλήθος των χαρταετών[u2]  που γέμιζε τον ουρανό
  • τα πουλιά, τα οποία δε χωράνε στον ουρανό λόγω του πλήθους των χαρταετών και τα οποία γιορτάζουν το Πάσχα με τους ανθρώπους
  • η συμμετοχή στο έθιμο υπερκόσμιων ιερών προσώπων (του Θεού, αγγέλων και αρχαγγέλων) καθώς και ο καθαγιασμός του και με τη συμμετοχή αυτών των προσώπων και με τις εορταστικές ημέρες της τέλεσης του (Καθαρή Δευτέρα, Κυριακές, των Βαγιών, Μεγαλοβδομάδα, Μεγάλη Σαρακοστή)
  • η ψυχική χαρά και έξαρση που ένιωθαν οι κάτοικοι της πόλης το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κατασκεύαζαν και πετούσαν τους χαρταετούς
  •  η σοβαρότητα του εθίμου, το οποίο έπαιρνε διαστάσεις ιεροτελεστίας (δηλ. τέλεσης θρησκευτικής λειτουργίας), και η τέχνη που απαιτούνταν για την κατασκευή και για τη διακυβέρνηση του χαρταετού.

Το χτες και το σήμερα
Το έθιμο του πετάγματος χαρταετών την Καθαρή Δευτέρα είναι πανελλήνιο. Αλλά και σε όλη την περίοδο της Αποκριάς, όταν αρχίζει να καλυτερεύει ο καιρός, συνηθίζουν πολλοί να βγαίνουν οικογενειακώς στην εξοχή και να υψώνουν χαρταετούς. Συναγωνίζονται στην ομορφιά των χαρταετών και στο ύψος που μπορούν να τους ανεβάσουν, προσπαθώντας μερικές φορές με κατάλληλους χειρισμούς να καταρρίψουν ο ένας τον αετό του άλλου.
- Το πέταγμα των χαρταετών δεν έχει βέβαια στην εποχή μας τον πάνδημο χαρακτήρα που περιγράφεται στο κείμενο ούτε δημιουργεί την ψυχική χαρά και έξαρση που εκφράζει ο αφηγητής. Είναι απλώς ένα διασκεδαστικό παιχνίδι. Εξάλλου, σήμερα δεν κατασκευάζουμε πια μόνοι μας τους χαρταετούς -αυτό γίνεται σπανιότατα- αλλά τους αγοράζουμε έτοιμους και σχεδόν όλοι είναι πανομοιότυποι, σε σχήμα ρόμβου ή πολυγωνικοί, συνήθως εξάγωνοι, με χρωματιστά χαρτιά και πολύχρωμες ουρές. Τελευταία μάλιστα βλέπουμε χαρταετούς με τα χρώματα δημοφιλών ποδοσφαιρικών ομάδων ή άλλους σε σχή­ματα πουλιών (π.χ. αετού), αεροπλάνων κ.ά

Γλωσσικές και υφολογικές παρατηρήσεις
Στο κείμενο υπάρχει έντονο το στοιχείο της προφορικότητας,[3] που το συνιστά η ντοπιολαλιά, (δηλ. η γλώσσα που μιλούσαν εκείνη την εποχή οι λαϊκοί άνθρωποι, σ’ εκείνη την περιοχή) η οποία έχει: ιδιωματικούς τύπους {από χιλιάδες σπάγγοι, θάμα, παρέα με άγγελοι κ.ά.), ιδιωματισμούς {ήτανε μάνα στις μυρωδιές κ.ά.), τούρκικες λέξεις {αντέτι, χιανετιά, τσιρίσι κ.ά.)∙ κυρίως όμως την προφορικότητα τη δίνουν στο λόγο μερικές φράσεις με τις οποίες ο αφηγητής απευθύνεται στο συνομιλητή του σε β' ενικό πρόσωπο {Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια — Που λες Να σου εξηγηθώ — Αυτά είχα να σου πω (με ε π α ν ά λ η ψ η) - Ελα, πήγαινε τώρα. Στο καλό).
 



[1] Για περισσότερες πληροφορίες για τη «Γενιά του 1930», βλέπε Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α, Β’, Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, 2006, σελ. 116-118.
[2] Για περισσότερες πληροφορίες για το έργο του, βλέπε Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α, Β’, Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, 2006, σελ. 129-130.
[3] Είναι γραμμένο με βάση την προφορική και όχι την γραπτή γλώσσα


 [S1]Η πάνδημη συμμετοχή στο έθιμο αυτό,  μέσα στο κείμενο δηλώνεται με τις έξοχες μεταφορές και υπερβολές: «Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά», «το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό» κ.λπ.

 [u2]«Το πιο φτηνό τσερκένι ήταν ο Τούρκος», επειδή η σημαία τους ήταν απλή αλλά και διότι υπήρχε μια διαρκής «ένταση» στις σχέσεις τους που είχε ως αποτέλεσμα την αμοιβαία προκατάληψη και την υποτίμηση της αξίας του «άλλου».

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2014

Παρουσιάζεται ο Κρητικός Πεντοζάλης, από τους πιο γνωστούς χορούς της Κρήτης.
Χορεύει ο Λαογραφικός όμιλος Κουρήτες συνοδεύει ο Αντώνης Μαρτσάκης
Tάφοι Βενιζέλων (Χανιά) Αύγουστος 2014

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Το τραγούδι του μήνα (ΙΟΥΝΙΟΣ 2014)

Ερμηνευτές:Μπάμπης Στόκας και Σωτηρία Λεονάρδου
Στίχοι: Μάνος Ξυδούς
Μουσική: Μάνος Ξυδούς
Τολό  2014

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΕΝΟΤΗΤΑ 10η «Μια τιμητική εξορία»



ΕΝΟΤΗΤΑ 10Η  «Μια τιμητική εξορία»
10 Γ. Οι επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις.
1.AITIΟΛΟΓIΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
            Αιτιολογικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που αιτιολογούν το περιεχόμενο της πρότασης, απ' όπου εξαρτώνται και κατοχυρώνουν την αλήθεια αυτής. 'Έτσι, ανάμεσα στη δευτερεύουσα και στην προσδιοριζόμενη (συνήθως κύρια) διαπιστώνουμε τη λογική σχέση αιτίας και αποτελέσματος αντίστοιχα. Η αιτιολογική πρόταση εκφράζει το αίτιο και προκαλεί ό,τι δηλώνει η προσδιοριζόμενη.
            Οι δευτερεύουσες αυτές προτάσεις εισάγονται με τους αιτιολογικούς συνδέσμους τι, διότι, ς, πε, πειδ αυτή η ποικιλία[1] εκφράζει συχνά και την ιδιαίτερη κάθε φορά σημασία της αιτιολογίας. Οι προτάσεις αυτές προσδιορίζουν γενικά έννοιες που απαιτούν αιτιολόγηση, ειδικότερα όμως έννοιες ψυχικού πάθους[2].
Επειδή ως προς το περιεχόμενό τους εκφράζουν κρίση, γι' αυτό εκφέρονται με τις εγκλίσεις των προτάσεων κρίσης:
α) απλή οριστική (συνήθως): αιτία πραγματική (από αρκτικό χρόνο),
πορεετο φ' μξης , διτι ττρωτο (γιατί είχε τραυματιστεί)
β) δυνητική οριστική: το δυνατό στο παρελθόν  ή μη πραγματικό
Οκ λεγε τς μς πρξεις, τι δεκνυεν ν τν μν ρετν . (γιατί θα έδειχνε)
γ) δυνητική ευκτική: το δυνατό στο παρόν ή μέλλον,
Δομαι ον σου παραμεναι , οδ' ν νς κοσαιμι σο  (Σε παρακαλώ να μείνεις, γιατί κανέναν άλλον δε θα άκουγα πιο ευχάριστα από σένα.)
( (απορούσαν)δ) ευκτική του πλάγιου λόγου (σπάνια): ύστερα από ιστορικό χρόνο και δηλώνουν υποκειμενική γνώμη  ( Ο στρατηγο θαμαζον, τι Κρος ο φανοιτο) και δέχονται άρνηση ού.

2. ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Τελικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που δηλώνουν το σκοπό της ενέργειας του ρήματος της πρότασης, απ' όπου εξαρτώνται. Είναι λοιπόν προσδιορισμός του τελικού αιτίου (τέλος = σκοπός) και γι' αυτό κανονικά τίθενται μετά την προσδιοριζόμενη (συνήθως κύρια) πρόταση, της οποίας το ρήμα δηλώνει κίνηση ή ενέργεια.
Οι τελικές προτάσεις εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους να, πως, ς.
Αναλυτικότερα: α) να, πως , ς (= για να), β) να μή, πως μή, ώς μή, μή (= για να μη), γ) πως αν, ώς αν (= για να).
Επειδή ο σκοπός που εκφράζουν αναφέρεται στο μέλλον, γι' αυτό ως προς το περιεχόμενό τους είναι προτάσεις επιθυμίας
 Εκφέρονται με:
α) υποτακτική: σκοπός προσδοκώμενος  με βεβαιότητα , (Πμπει στρατιτας, πως βοηθσωσι τ πλει),
β) πως ν  ή ώς αν + υποτακτική: σκοπός υποτιθέμενος (η πραγματοποίηση του
σκοπού εξαρτάται από κάποια προϋπόθεση) : Γμναζε σεαυτν πνοις κουσοις πως άν δνη κα τος κουσους πομνειν.
γ) ευκτική του πλάγιου λόγου: όταν εξαρτώνται από ιστορικό χρόνο και ο σκοπός
ανάγεται στο παρελθόν (του λέγοντος ή του γράφοντος), κλεσ τις ατν , πως δοι τ ερ.
δ) οριστική ιστορικού χρόνου: σκοπός απραγματοποίητος (η κύρια εκφράζει ευχή
ανεκπλήρωτη), χρν ατος ζν , ἵνα πηλλγμεθα τοτου το δημαγωγο.[3]
ε) δυνητική ευκτική (σπάνια): σκοπός που μπορεί να πραγματοποιηθεί στο παρόν ή μέλλον,
στ)  δυνητική οριστική (σπάνια): σκοπός που θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί στο παρελθόν υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε. Δέχονται άρνηση μή.

10.Γ.3. Αποτελεσματικές ή συμπερασματικές προτάσεις
            Αποτελεσματικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που δηλώνουν το αποτέλεσμα ή συμπέρασμα μιας πράξης ή ενέργειας της προσδιοριζόμενης (συνήθως κύριας) πρότασης. Γι' αυτό κανονικά επιτάσσονται.
            Εισάγονται με τους αποτελεσματικούς συνδέσμους στε και ώς που προήλθαν από αναφορικά επιρρήματα. Στην προσδιοριζόμενη πρόταση συνήθως υπάρχει ή εννοείται δεικτικό επίρρημα ή αντωνυμία που δηλώνει ποσό, ποιόν ή τρόπο και που μας προϊδεάζει για την ύπαρξη της αποτελεσματικής πρότασης.
            Ιδιαίτερη σύνταξη του στε: α) στε+ απαρέμφατο : δηλώνεται σκοπός, όρος, συμφωνία, προυπόθεση. β) Ο σύνδεσμος στε μετά από τελεία ανω τελεία εισάγει κύρια πρόταση και μεταφράζεται με τα: επομένως συνεπώς.
            Τς μξας ττε ο χθρο διρπασαν· στε ο λληνες σιτοι σαν (=επομένως οι Ελληνες έμειναν νηστικοί)
            Το αποτέλεσμα που δηλώνουν οι προτάσεις αυτές παρουσιάζεται άλλοτε σαν γεγονός που μπορεί να επιβεβαιωθεί από την πραγματικότητα και άλλοτε σαν στόχος ή πρόθεση που ενδέχεται να πραγματοποιηθεί κατά την προσωπική εκτίμηση του ομιλητή. Στην πρώτη περίπτωση οι αποτελεσματικές προτάσεις εκφράζουν την πραγματική σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στο αποτέλεσμα και σε όσα προηγήθηκαν. Είναι προτάσεις κρίσης και δέχονται άρνηση ού. Φυσικά εκφέρονται με τις εγκλίσεις των προτάσεων κρίσης, αλλά με κυρίαρχη έγκλιση την οριστική. Αντίθετα, στη δεύτερη εκφράζουν υποκειμενικό συμπέρασμα και εκφέρονται με απαρέμφατο. Τότε είναι προτάσεις επιθυμίας και δέχονται άρνηση μή.
Λειτουργούν στο λόγο κυρίως ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του αποτελέσματος. Σπανιότερα εκφράζουν σκοπό, όρο ή συμφωνία, έχουν επεξηγηματική απόχρωση ή παίρνουν τη θέση β' όρου σύγκρισης.

10.Γ. 4. ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΕΣ Ή ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
            Εναντιωματικές ή παραχωρητικές (ενδοτικές) ονομάζονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, που δηλώνουν αντίστοιχα εναντίωση ή παραχώρηση προς το περιεχόμενο της προσδιοριζόμενης (συνήθως κύριας) πρότασης. Έτσι, ανάμεσα στις δύο προτάσεις, κύρια και δευτερεύουσα, υφίσταται σχέση εναντίωσης· το περιεχόμενο τους είναι αντιθετικό, χωρίς ωστόσο η δευτερεύουσα να αναιρεί την κύρια· οπωσδήποτε όμως μετριάζει την ισχύ της. Στην κύρια συχνά υπάρχουν οι αντιθετικοί σύνδεσμοι όμως, αλλά, άλλ' ουν, με τους οποίους δηλώνεται σαφέστερα και επιτείνεται αυτή η νοηματική αντίθεση.
            Προήλθαν από τις υποθετικές με την προσθήκη του επιδοτικού και (πριν ή μετά τον υποθ. σύνδεσμο) και του , οὐδέ, μηδέ (πριν από τον υποθ. σύνδεσμο). Γι’ αυτό και μορφοσημασιολογικά είναι στην ουσία υποθετικές προτάσεις και παρουσιάζουν στην εκφορά τους ανάλογη αντιστοιχία. Έτσι, σχηματίζουν λανθάνοντες υποθετικούς λόγους, χωρίς ωστόσο να υπάρχει πλήρης και λογική αντιστοιχία με τις υποθετικές προτάσεις.
Εισάγονται (οι εναντιωματικές) με τους εναντιωματικούς συνδέσμους ε κα , έάν / ν / ν κα (μτφ. αν και, μολονότι) και δηλώνουν εναντίωση προς κάτι που θεωρείται πραγματικό. Π.χ εἰ καί ἠσθένει , ὅμως προσῆλθεν (=αν και ήταν άρρωστος, όμως ήρθε)
Εισάγονται (Οι παραχωρητικές) με τους παραχωρητικούς συνδέσμους: α) καί, οὐδέ, μηδέ ε / έάν / ν / ν (ακόμη κι αν, άπω κι αν, κι αν ακόμα) ύστερα από καταφατική πρόταση και δηλώνουν κάτι το υποθετικό. Π.χ Γελ μωρς, κν τι μ γελοον (= γελα ο ανόητος έστω και αν δεν υπάρχει τίποτε αστείο).
Οι εναντιωματικές ή παραχωρητικές προτάσεις λειτουργούν στο λόγο ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί της αντίθετης στο ρήμα της προσδιοριζόμενης πρότασης και δέχονται άρνηση μή (σπάνια ού).



[1] Αιτιολογικές προτάσεις εισάγονται και με τους κυρίως χρονικούς συνδέσμους ότε, πτε αφοῦ·(αιτιολογία γνωστή): Χαλεπ τ παρντα , πτε νδρν στρατηγν τοιοτων στερμεθα
[2] Οι αιτιολογικές προτάσεις που εξαρτώνται από ρήματα ή εκφράσεις ψυχικού πάθους (χαρω , δομαι , θαυμζω = παραξενεομαι,, ασχνομαι, , ζηλ , μμφομαι , λυπομαι , γανακτ , θυμ , φθον , πιτιμ , γαπ = ικανοποιομαι, χθομαι , ασχρν στι , θαυμαστν στι , δεινν στι , τοπον στι , πλημμελς στι κ.ά.) εισάγονται με τους συνδέσμους: α) ει: αιτιολογία υποθετική (άρνηση μή),β) ότι: αιτιολογία πραγματική, γ) ώς: αιτία υποκειμενική
[3] Για τις προτάσεις που χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα και για λοιπές πληροφορίες βλέπε Συντακτικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Α, Β, Γ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, ΑΘΗΝΑ, 2007, σελ. 153-155, 161.